ΤΜΗΜΑ ΡΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ

H Ρευματολογία αποτελεί εξειδικευμένο κλάδο της εσωτερικής παθολογίας που αφορά την αντιμετώπιση της φλεγμονής σε όλες τις ηλικιακές ομάδες πληθυσμού. Φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές παθήσεις του μυοσκελετικού, οστεοπόρωση, αυτοάνοσα νοσήματα του συνδετικού ιστού και αυτοφλεγμονώδη αποτελούν αντικείμενο της Ρευματολογίας. Αν και έχει περάσει λανθασμένα στην κοινή αντίληψη, τα ‘’ρευματικά’’ νοσήματα δεν αποτελούν παθήσεις μόνο των ηλικιωμένων ατόμων. Μπορεί να εμφανιστούν από την παιδική ηλικία, αλλά και αργότερα στη νεαρή ενήλικη ζωή με πολυσυστηματικές εκδηλώσεις που αφορούν τις αρθρώσεις, το δέρμα, τους νεφρούς, τον πνεύμονα, την καρδιά, τα αγγεία, τους οφθαλμούς, το γαστρεντερικό, το νευρικό σύστημα κ.α.

Ο Ρευματολόγος αναλαμβάνει τη διάγνωση και θεραπεία 200 και πλέον ρευματικών παθήσεων με κοινή συνισταμένη σε πολλές περιπτώσεις την εκδήλωση αρθρίτιδας (δυσκαμψία, πόνος και οίδημα σε μία ή και περισσότερες αρθρώσεις). Πρόκειται για το πιο συχνό και ίσως το πρωταρχικό σύμπτωμα σε αρκετά νοσήματα όπως:

Α. Εκφυλιστικά και περιοχικά σύνδρομα πόνου (Οστεοαρθρίτιδα- περιαρθρίτιδα)


Β. Φλεγμονώδεις αρθρίτιδες

1. Ρευματοειδής αρθρίτιδα
2. Ψωριασική Αρθρίτιδα
3. Αγκυλοποιητική σπονδυλοαρθρίτιδα
4. Εντεροπαθητική αρθρίτιδα
5. Αντιδραστική αρθρίτιδα


Γ. Κρυσταλογεννείς αρθρίτιδες

1. Ουρική αρθρίτιδα
2. Ψευδοουρική Αρθρίτιδα


Δ. Νοσήματα του Συνδετικού Ιστού
1. Συστηματικός ερυθηματώδης Λύκος
2. Σκληρόδερμα
3. Σύνδρομο Sjögren’s
4. Μυοσίτιδα – Δερματομυοσίτιδα
5. Σαρκοείδωση

 

Ε. Αγγειίτιδες (Κροταφική, ΑΝCA αγγειίτιδες, σύνδρομο Behcet’s)

 

ΣΤ. Αυτοφλεγμονώδη Νοσήματα (Μεσογειακός πυρετός, κρυοπυρινοπάθειες)

 

Ζ. Διάφορα άλλα (Ινομυαλγία, οστεοπόρωση)

Η επίσκεψη στο Ρευματολόγο πρέπει να είναι άμεση, ειδικά όταν τα συμπτώματα των αρθραλγιών / μυαλγιών είναι επίμονα, εξελισσόμενα και συνοδεύονται από πυρετό, κόπωση, καταβολή συνδυαστικά με συμπτώματα από τα υπόλοιπα οργανικά συστήματα.

 

Η διάγνωση των ρευματικών παθήσεων είναι κλινική. Για αυτό η πρωταρχική προσέγγιση του ασθενούς ξεκινά με τη λήψη ενός πολύ καλού ιατρικού ιστορικού. Ακολουθεί ενδελεχής κλινική εξέταση και βάσει εκτίμησης ζητάται εργαστηριακός ή και απεικονιστικός έλεγχος που λειτουργεί επικουρικά στη διαγνωστική προσπάθεια. Ο ανοσολογικός έλεγχος, όταν αναζητηθεί (π.χ: αντιπυρηνικά αντισώματα – ΑΝΑ, ρευματοειδής παράγων – RF κτλ), δεν αρκεί από μόνος του για να θέσει τη διάγνωση, παρά μόνο στο σωστό κλινικό πλαίσιο που θέτει ο Ρευματολόγος.

 

Η θεραπεία των ρευματικών παθήσεων έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών με ολοένα και περισσότερες νέες θεραπευτικές επιλογές να έχουν αλλάξει την εξέλιξη και την πρόγνωση αυτών των νοσημάτων. Η θεραπεία στηρίζεται σε χορήγηση ανοσοτροποποιητικών-αντιρευματικών φαρμάκων, η οποία εξατομικεύεται για κάθε ασθενή. Τέλος, η παρακολούθηση γίνεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, μέχρι να εξασφαλιστεί η επιθυμητή ύφεση και ο έλεγχος της ενεργότητας του νοσήματος.